19ος αι. πρίν την ένωση PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Δρ. Αθανάσιος Χρήστου   

Ζωγραφική

Οι σημαντικές αλλαγές στο πολιτικό πεδίο και οι διαδοχικές αλλαγές των κυρίαρχων δυνάμεων στα Επτάνησα, από το 1797 μέχρι και το 1864, τη χρονιά της Ένωσης με την Ελλάδα, δίνουν καινούρια ερεθίσματα και δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο ανθίζει η καλλιτεχνική δημιουργία. Η Βενετία παραμένει ένα σημαντικό κέντρο προς το οποίο κατευθύνονται για τις σπουδές τους πολλοί νέοι, ωστόσο οι καινούριες συνθήκες οδηγούν στην δημιουργία και παγίωση νέων χαρακτηριστικών που θα δώσουν ώθηση στην καλλιτεχνική δημιουργία. Το κέντρο βάρους τώρα μεταφέρεται από τη Ζάκυνθο, που αποτέλεσε τη βασική εστία καλλιτεχνικής έκφρασης κατά τον 18ο αιώνα, στην Κέρκυρα Η σύνδεση με τα ευρωπαϊκά κέντρα, οι σπουδές σε αυτά και η γνωριμία των καλλιτεχνών με τα σύγχρονά τους ρεύματα δημιουργεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ζωγραφική.
Στις αρχές του 19ου αιώνα η ζωγραφική στην Κέρκυρα φαίνεται ότι στηρίζεται στα πρότυπα των δασκάλων του παρελθόντος. Οι Σταμάτης Βούλγαρης (1774-1842), Παύλος Προσαλέντης ο πρεσβύτερος (1784-1837) και Ιωάννης-Βαπτιστής Καλοσγούρος (1794-1878) είναι ουσιαστικά οι πρώτοι δημιουργοί της κερκυραϊκής ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Και οι τρεις αυτοί καλλιτέχνες δημιουργούν τα έργα τους επηρεασμένοι από το μεγάλο κίνημα του νεοκλασικισμού που επικρατεί αυτήν την εποχή στην ευρωπαϊκή τέχνη. Έχοντας όμως και οι τρεις τη ζωγραφική ως παράπλευρη απασχόληση, αφού ο πρώτος είναι αρχιτέκτονας και πολεοδόμος και οι άλλοι δύο γλύπτες, περιορίζονται ουσιαστικά τόσο στην καθιέρωση και παγίωση ενός προσωπικού μορφοπλαστικού ιδιώματος όσο και στο εύρος των αναζητήσεών τους. Έτσι οι ζωγραφικές προσπάθειες των πρώτων καλλιτεχνών του 19ου αιώνα έχουν έναν περισσότερο τυπικό χαρακτήρα και δεν κατορθώνουν να ανανεώσουν με ουσιαστικό τρόπο τις κατακτήσεις του παρελθόντος.
Την ίδια περίοδο και άλλοι επτανήσιοι εργάζονται στην Κέρκυρα. Μεταξύ τους οι κεφαλλονίτες Γεράσιμος Πιτζαμάνος (1787-1825) και Διονύσιος Βέγιας (1810-1884) και οι ζακυνθηνοί Πέτρος Παυλίδης-Μινώτος (π. 1800-1861), Διονύσιος Καλλιβωκάς (1806-1877), Κωνσταντίνος Γιατράς (1811-1888) συνεχίζουν περισσότερο παρά ανανεώνουν τους τύπους του παρελθόντος. Η ενασχόληση τους με την προσωπογραφία αποφέρει μερικά έξοχα δείγματα μέσα στο πλαίσιο που έχουν κινηθεί και οι δάσκαλοι της επτανησιακής σχολής κατά τον 18ο αιώνα. Τα βασικά χαρακτηριστικά της παραμένουν τα ίδια. Αγάπη για την πιστή περιγραφή, περιορισμός των διακοσμητικών θεμάτων, προσπάθεια συγκέντρωσης στο ουσιαστικό και όχι στο ανεκδοτολογικό. Η επέκταση σε νέες θεματογραφικές περιοχές και η υποχώρηση σε μεγάλο βαθμό των θρησκευτικών θεμάτων δίνει τη δυνατότητα στους καλλιτέχνες να δοκιμαστούν χωρίς ωστόσο να κατορθώνουν πάντα να προχωρήσουν μακρύτερα από τους τύπους που κληρονόμησαν από τις προηγούμενες γενιές, Ήδη όμως είναι σαφές με το έργο τους ότι κλείνει ένας μεγάλος χρονικά κύκλος που έχει ως κύρια κατεύθυνση το θρησκευτικό θέμα και ανοίγει ένας άλλος που έχει στο κέντρο του ενδιαφέροντος το κοσμικό. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ηθογραφικά και αλληγορικά θέματα κάνουν δειλά την εμφάνισή τους με πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα την αλληγορική σύνθεση του Βέγια «Η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα».


Γλυπτική

Η εικαστική περιοχή που αναπτύσσεται πρώτη στην Κέρκυρα στις αρχές του 19ου αι. είναι η γλυπτική. Πρωτοπόροι τρεις καλλιτέχνες, ο Παύλος Προσαλέντης ο πρεσβύτερος, ο Δημήτριος Τριβώλης-Πιέρης και ο Ιωάννης-Βαπτιστής Καλοσγούρος, που έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το ρεύμα του νεοκλασικισμού στην Ιταλία στις αρχές του 19ου αι., οι δύο πρώτοι μάλιστα ως μαθητές του Antonio Canova στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά στη Ρώμη. Οι πολιτικές συνθήκες φαίνεται ότι τους ευνοούν. Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό η γλυπτική, τέχνη των δημόσιων χώρων περισσότερο, λόγω του υψηλού κόστους κατασκευής των μνημείων, δεν ήταν εύκολο να βρει παραγγελιοδότες και ακριβώς αυτό το κενό καλύπτει η κυρίαρχη τότε δύναμη, Αγγλία. Έχοντας ως στόχο να κάνει οικεία τα πρόσωπα των Αρμοστών στρέφεται προς τους κερκυραίους δημιουργούς τους οποίους χρησιμοποιεί για την εκτέλεση των παραγγελιών. Από αυτή τη συνεργασία, ειδικά με τον Προσαλέντη, αφού ο Τριβώλης-Πιέρρης πεθαίνει πολύ νέος, παράγεται το μεγαλύτερο μέρος των γλυπτών αυτής της περιόδου ανάμεσα στα χρόνια 1820-1832. Όσο και αν σε ένα βαθμό οι καλλιτέχνες έπρεπε να ακολουθήσουν πρότυπα και εκφράσεις που τους επιβάλλονταν, θυσιάζοντας έτσι τη θεματογραφική τους αυτονομία και το μορφοπλαστικό τους λεξιλόγιο στις σκοπιμότητες της εκάστοτε κυρίαρχης δύναμης, τα αποτελέσματα υπήρξαν θεαματικά.
Κυρίαρχο στυλιστικό ρεύμα της εποχής, που ακολουθούν πιστά οι δημιουργόί, είναι ο κλασικισμός, ο οποίος έρχεται να επιβάλει ως κυρίαρχα στοιχεία στις διατυπώσεις του την τάξη και τη συμμετρία, το μέτρο και την απλότητα. Ανακαλύπτει στην τέχνη της κλασικής αρχαιότητας τα πρότυπα εκείνα που θα του επιτρέψουν να τονίσει με εικαστικά μέσα και αξίες την επιστροφή στον αρχαίο κόσμο όχι ως μία στείρα αντιγραφή αλλά ως έκφραση μίας ολόκληρης περιόδου. Επιστρέφει στην αρχαιότητα, για να υμνήσει όχι μόνο την απλότητα και την αρμονία, αλλά και για να αναζητήσει τις αξίες της δημοκρατίας που διαμόρ¬φωσαν ως αισθητική αντίληψη το μέτρο. Στη γλυπτική ο κλασικισμός εκφράζεται κυρίως με την αυστηρή σύνθεση και τα κλειστά περιγράμματα, την ιδεαλιστική απόδοση και τον περιορισμό των ανεκδοτολογικών τύπων, αποτυπώνοντας ίσως καλύ¬τερα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη εικαστική περιοχή την προτροπή του Winckelmann για την επιστροφή στο «ήρεμο μεγαλείο και την ευγενική απλότητα».
Ηγετική μορφή της περιόδου είναι αναμφίβολα ο Παύλος Προσαλέντης (1784-1837) ο οποίος συμμετείχε σε κάθε γλυπτική αλλά και καλλιτεχνική εργασία γενικότερα που εκτελούνταν στην Κέρκυρα. Θα πρέπει δε να τονιστεί και ο πρωτοπόρος ρόλος του στην χύτευση ορειχάλκινων γλυπτών, αφού πρώτος αυτός στη νεότερη ελληνική τέχνη το κατορθώνει, στηριζόμενος στα εργαστήρια που κατασκευάζουν καμπάνες για τις εκκλησίες στην Κέρκυρα.

Τα έργα στα οποία θα φανούν σε όλες τους τις διαστάσεις οι κατακτήσεις του Προσαλέντη έρχονται μετά το 1815. Τα γνωστά έργα του καλλιτέχνη υπερβαίνουν τα είκοσι. Καλύπτουν μία χρονική περίοδο περίπου εικοσιτριών ετών (1815-1837) και αποτελούν τα έργα της ωριμότητάς του. Συγκεκριμένα πρόκειται για την προτομή του Πλάτωνα (1815), την προτομή του Maitland σε τέσσερα αντίγραφα (1821-1822), τα τρία ανάγλυφα του βάθρου της προτομής του Maitland (1821-1822) στην Κέρκυρα, τον ανδριάντα του Maitland (1821-1822), την προτομή του Αdam (1825), τα τέσσερα ανάγλυφα του βάθρου της προτομής του Αdam (1825), τα τέσσερα ανάγλυφα του βάθρου της προτομής του βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου Δ' (1826),  την προτομή του Guilford (1827), τον ανδριάντα του Αdam (1832), το άγαλμα της Ηρούς (1835)  και την  «Αγραία Αρτέμιδα» (1835). Μία ακόμη προτομή, αυτή του Nugent, πιθανολογείται ότι αποτελεί δημιουργία του Προσαλέντη, παρ’ όλο που δεν υπάρχει καμιά σχετική πληροφορία. Στα έργα της περιόδου της ωριμότητας του καλλιτέχνη θα πρέπει να συμπεριληφθεί επίσης το σύνολο των πλαστικών εργασιών που απαιτήθηκαν για τη διακόσμηση του ανακτόρου των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν το άγαλμα της Βρετανίας, τα ανάγλυφα εμβλήματα των νησιών και τα τζάκια, και τέλος τα διακοσμητικά θέματα στο τύμπανο του τρούλου του μνημείου του Maitland και ίσως τα ιωνικά κιονόκρανα του ίδιου μνημείου στην επάνω πλατεία της Κέρκυρας.
Ο Προσαλέντης ενσωματώνει στο έργο του τύπους της νεοκλασικιστικής ευρωπαϊκής γλυπτικής που προέρχονται από το έργο του δασκάλου του. Έργα όπως το κενοτάφιο των Stuart του Canova στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης και το ταφικό μνημείο του πάπα Κλήμη ΧΙΙΙ του ίδιου καλλιτέχνη στον ίδιο ναό, είναι αυτά στα οποία καταφεύγει συνήθως. Αλλά και έργα της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης, όπως ο Αναπαυόμενος Ερμής, ο Απόλλων του Μπελβεντέρε και ο τύπος του ρωμαίου τηβενηφόρου, τα οποία γνωρίζει κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία χρησιμοποιούνται ως πρότυπα για την απόδοση διαφόρων μορφών.
Οι άλλοι δύο γλύπτες της ίδιας περιόδου έχουν να επιδείξουν περιορισμένο έργο. Ο Δημήτριος Τριβώλης-Πιέρης (1785-1809), συνομήλικος και φίλος του Παύλου Προσαλέντη, πεθαίνει νεότατος, μόλις είκοσι τεσσάρων ετών και δεν προλαβαίνει να αφήσει πίσω του έργα που θα μας βοηθούσαν να μιλήσουμε για πλήρη καλλιτεχνική πορεία. Η εκτίμηση που τρέφει γι’ αυτόν ο δάσκαλός του  Antonio Canova δίνει ίσως μία απάντηση για το τι στερήθηκε με τον θάνατό του η επτανησιακή τέχνη. Ο Ιωάννης-Βαπτιστής Καλοσγούρος (1794-1878) δείχνει μερικές από τις δυνατότητες του στον οβελίσκο προς τιμήν του Howard Douglas, καθώς και στη μαρμάρινη προτομή της κόμισσας Ελένης Αρμένη-Μοντσενίγου, έργα κατασκευασμένα το 1843 και 1847 αντίστοιχα, στα οποία επικρατούν τα κλασικιστικά χαρακτηριστικά με τον ιδεαλισμό των μορφών και την προσάρτηση τύπων της αρχαίας ελληνικής τέχνης.
Δίπλα στη γλυπτική των δημοσίων χώρων στην οποία επιδίδονται οι κερκυραίοι γλύπτες άξια αναφοράς είναι ορισμένα έργα του κοιμητηριακού χώρού, δημιουργίες άγνωστων καλλιτεχνών, κυρίως στο χώρο του αγγλικού νεκροταφείου της Κέρκυρας. Σε αντίθεση με τη γλυπτική των δημόσιων γενικά χώρων, αυτή των κοιμητηρίων μας μετα¬φέρει πιο κοντά στα ανθρώπινα δεδομένα και στην επιθυμία των ανθρώπων να τιμήσουν τους νε¬κρούς τους, αλλά και πολλές φορές να καταξιωθούν και να διακριθούν κοινωνικά και οικονομικά μέσα από τη μεγαλοπρέπεια και την επιβολή των ταφικών τους μνημείων.
Στο αγγλικό νεκροταφείο της Κέρκυρας βρίσκονται τρία σημαντικά γλυπτά από το πρώτο μισό του 19ου αι. Στους τάφους Robert Kerrson (+1825) και William Roycroft (+1846) έχουμε το θέμα της γυναικείας μορφής, η οποία θρηνεί επάνω στον τάφο. Μικρών διαστάσεων η πρώτη, του τάφου Kerrson, ξαφνιάζει με την εκφραστικότητα της στάσης και την τραγικότητα της έκφρασής της. Η θρηνούσα γυναίκα του τάφου Roycroft, , δίνεται σε φυσικό μέγεθος, γονατιστή στο αριστερό πόδι, και με το σώμα σε μία  αφύσικη στάση, σχεδόν διπλωμένο στα δύο. Με το κεφάλι της σκεπασμένο με μαντήλι, το οποίο κρύβει ένα μέρος των χαρακτηριστικών του προσώπου της, η στάση της μορφής τονίζει την ένταση του θρήνου με την αλήθεια της και η έκφρασή της το τραγικό της περιεχόμενο.
Το έργο εκείνο όμως, στο οποίο συνοψίζεται μία σειρά κατακτήσεων της κοιμητηριακής γλυπτικής και διακρίνεται η έντονη σύνδεσή της με την αρχαία ελληνική τέχνη, είναι το ανάγλυφο στον τάφο της Elise Fels (+1851), που βρίσκεται στο ίδιο νεκροταφείο. Δοσμένο με εξαιρετική δεξιοτεχνία, η οποία προδίδει γλύπτη μεγάλων δυνατοτήτων και ικανοτήτων, εικονίζει μία τριμελή οικογένεια, τους γονείς και το μικρό παιδί, την ώρα του αποχαιρετισμού. Το έργο, όπως προκύπτει από μία σειρά στοιχείων που υπάρχουν σ’ αυτό, σχετίζεται άμεσα με τα κλασικά επιτύμβια ανάγλυφα, τα οποία ο καλλιτέχνης πρέπει οπωσδήποτε να γνώριζε. Τόσο η καθιστή στάση, με την οποία αποδίδεται σχεδόν πάντα ο νεκρός στην αρχαία τέχνη, όσο και η χειραψία του αποχαιρετισμού, που δεσπόζει σε πρώτο επίπεδο είναι από τα στοιχεία που πείθουν για τη γνωριμία του καλλιτέχνη με ανάλογα θέματα σε ταφικές στήλες της αρχαιότητας. Εκείνο όμως που προκαλεί εντύπωση στο ανάγλυφο του τάφου Fels είναι η σχεδιαστική άνεση του καλλιτέχνη, η ευχέρεια στην απόδοση των πλαστικών όγκων και του χώρου γενικότερα, η ευαισθησία στο σμίλεμα των μορφών, η εσωτερική αλήθεια της σύνθεσης και η θλίψη που πηγάζει από αυτήν.