| Η ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ |
|
|
|
|
Με την ευκαιρία της <<εορτής των Μουσείων>> που μόλις πέρασε, ή αλλιώς της <<Ημέρας και Νύχτας των Μουσείων>>, όπως επιθυμεί να καθιερώσει το Γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού -στο οποίο οφείλουμε την ιδέα και διάδοση της επετείου-, μπορούμε να εκφράσουμε σχετικά με την δράση των ευρωπαικών και όχι μόνο Μουσείων, μία σειρά από σκέψεις, προβληματισμούς, ενδοιασμούς, ενστάσεις και άλλες ανησυχίες για την υπάρχουσα, πρόσφατη κατάσταση στην λειτουργία και ανάπτυξή τους υπό την σκιά της <<οικονομικής κρίσης>>. Ιδιαίτερα όσοι εργαζόμαστε με πολλούς τρόπους στους τομείς αυτούς, στους οποίους σχεδιάζεται και εφαρμόζεται η διαχειριστική αντίληψη για την πολιτιστική κληρονομιά, για το παραπάνω ζήτημα θα μπορούσαμε ο ένας στον άλλο να προσθέτουμε συλλογισμούς χωρίς τέλος. Στην <<μικρή>> και <<μεγάλη>> μας χώρα, όπου όλα συμβαίνουν μαγικά και όσο γρήγορα χτίζονται, διαλύονται και το αντίθετο, πάσχοντας από μία ακατανίκητη ανάγκη για διαρκές αλλαγές και αγώνες χωρίς τέρμα οι όψεις των κυβερνητικών πολιτικών επιλογών με επίκεντρο τις πολιτισμικές δράσεις έχουν φορέσει ό,τι απομένει από την <<διεθνή γκαρνταρόμπα>> των ιδεών. Φανταστείτε τι αποτέλεσμα έχει μία τέτοια μίμηση (όχι βέβαια αυτή του αρχαίου δράματος, αλλά η κατά το δυνατόν αντιγραφή). Μία αναγκαστική, χωρίς έμπνευση, δράση για όσους συμμετέχουν, μία δράση χωρίς ψυχή που συντηρεί κατά το δυνατόν ένα υπάρχον <<κρατικό νοικοκυριό>>, μία τάξη που εξασφαλίζει την συνέχεια θεσμών χωρίς να προβληματίζεται για την βιωσιμότητά τους σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο (δηλαδή για την ανάπτυξη τους) και δεν ασχολείται επομένως με την δημιουργία νέων. Ένα παγιωμένο από δεκαετίες σύστημα που επιδέχεται λίγες και αργές αλλαγές, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την αντίληψη <<περί πολιτικής>> μας. Άλλωστε οι κρατικές επιχορηγήσεις, οι δυνατότητες των Προυπολογισμών λιγοστεύουν όλο και περισσότερο και υπάρχει πάντα το άλλοθι της ελληνικής <<μιζέριας>> των χρεών για τον κρατικό τομέα. Σε κρατικό και ιδιωτικό πεδίο εξίσου, η <<ελληνική>> αντίληψή μας περί διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς φαίνεται ότι περιστρέφεται το ίδιο χωρίς διέξοδο, γύρω από την οικονομική ευημερία των <<διαχειριστών>> και αυτό δεν μεταφράζεται συνήθως, των <<θεσμών-διαχειριστών>> αλλά των <<στελεχών-διαχειριστών>>, όσων μεσολαβούν για να διεκπεραιωθεί το καθετί με όλες τις συνέπειες. Κάθε πολιτιστική δράση σήμερα και πολύ περισσότερο η τέχνη -γιατί να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας- είναι δέσμια μίας σκληρής εμπορευματοποίησης, τα στάδια της οποίας ένα προς ένα μοιάζουν με τα στάδια της εκποίησης. Οι πολιτιστικές δράσεις για να υπάρχουν πρέπει να πωλούνται ακριβά, να επιφέρουν τουλάχιστον διπλάσιο του κόστους τους, αφού διαφορετικά η κατά τα άλλα μοναδική και ανεκτίμητη ζωή τους σε αυτόν τον κόσμο, έχει προκαθορισθεί βραχύβια. Διότι δεν μπορούν να επιβιώσουν έναντι των απαιτήσεων των <<διαχειριστών>>. Δυστυχώς μεγάλο μέρος των δημιουργών με τον φόβο της διαρκούς <<οικονομικής κρίσης>> από την οποία πρέπει να βγαίνει αλώβητη η <<αλήθεια>> της τέχνης τους υποκύπτουν στην δοσοληψία. Ένας τρομερός αγώνας δρόμου για αυτούς τους αποσπά από το καθεαυτό έργο τους , την διαρκή, επίμονη καλλιέργεια της τέχνης τους. Οι δημιουργοί αναγκάζονται να μετρούν την αξία τους στο σύγχρονο <<χρηματιστήριο>> της τέχνης και όχι σε αυτό της Ιστορίας. Πάσης φύσεως εκθεσιακοί χώροι, κρατικοί, ιδιωτικοί φιλοξενούν την αγωνία τους, την ανασφάλεια που κληροδοτείται επαρκώς δυστυχώς και σε ένα μέρος των νέων. <<Πρέπει να ζήσουμε, να πληρώσουμε τους μεσάζοντες, να διαφημιστούμε, να έχουμε δημόσιες σχέσεις, όσο ακριβότερα πωλούνται τα έργα μας τόσο πιο ανεγνωρισμένοι θεωρούμαστε και τελικά σε αυτόν τον κόσμο ό,τι δηλώσεις είσαι, αλλά πρέπει να αγωνισθείς να επιβληθείς ως έτσι…>>. Και με αυτούς τους σύγχρονους ανέμους, αγαπητοί φίλοι, πορεύεται το καράβι της δημιουργίας. |